Aegean Melancholy

I didn’t want to write anything yesterday: for some inexplicable reason, I was feeling blue. So I went to read some poetry and I found this:

What coherence of soul amid the halcyons of the afternoon!
And what windcalm amid the cries of distant shores!
The cuckoo-bird amid the veil of trees
And the mystic moment of the fishermen’s supper
And the sea that upon its accordion plays
The distant languor of a woman
The beautiful one who bared her breasts
As memory entered into the nests
And lilacs showered the sunset with fire!

With a small boat, with the sails of the Madonna
They left, and with the well-wishes of the winds,
All those who loved the lilies’ sojourn in foreign shores.
But how the night here has warbled sleep
With gurgling hair upon gleaming necks
And upon vast white seashores
And how the dust of maiden dreams
Fragrant with spearmint and basil
Was scattered and foamed on high
By the golden sabre of Orion!

On crossroads where the ancient sorceress stood
Setting the winds aflame with dry thyme
Lightly stepped the slender shadows
Each holding a jug immured with muted water
Easily as if they were going into Paradise
And from the cricket’s prayers that foamed upon the fields
The beautiful ones emerged with the moon’s skin
To dance on the midnight threshing floor…

O signs drifting in the depths
Of a pool that holds up a mirror
O seven small lilies that glitter

When the sword of Orion wheels round again
It shall find the bread of poverty under the lamp
But a soul on the glowing embers of the stars
It shall find huge hands branching into the infinite
Desolate seaweed, the lastborn children of the seashore
And years, green precious stones
O green stone – what storm-diviner saw you
Halting the light at the birth of day
Light at the birth of the world’s two eyes

Aegean Melancholy by Odysseas Elytis

I don’t know about you but it put me in mind of the harsh white light on the barren Cretan hillsides, of dusty roads and the screeching of the cicadas in the trees. Of Theseus as he sailed away after abandoning Ariadne on Naxos; of crystal clear water through which you can see all the way to the bottom; of red-figure hydriai that I’ve seen in museums. For a space, I was somewhere else… and I glimpsed history roll by on the waves of the timeless Aegean Sea under a starry sky crowded with the figures of Greek mythology.

(I would have liked to stay there.)

Odysseas Elytis (1911 Heraklion-1996 Athens) was a Cretan poet who won the Nobel Prize in literature in 1979 “for his poetry, which, against the background of Greek tradition, depicts with sensuous strength and intellectual clear-sightedness modern man’s struggle for freedom and creativeness”.

Ποιος ειρμός ψυχής στις αλκυόνες του απογέματος!
Ποια νηνεμία στις φωνές της μακρινής στεριάς!
Ο κούκος μες στων δέντρων το μαντίλι
Κι η μυστική στιγμή του δείπνου των ψαράδων
Κι η θάλασσα που παίζει με τη φυσαρμόνικα
Το μακρινό μαράζι της γυναίκας
Της ωραίας που γύμνωσε τα στήθη της
Όταν η θύμηση μπήκε στις φωλιές
Κι οι πασχαλιές ράντισαν με φωτιά τη δύση!

Με το καΐκι και με τα πανιά της Παναγίας
Έφυγαν κατευόδιο των ανέμων
Οι εραστές της ξενιτιάς των κρίνων
Αλλά η νύχτα πώς εδώ κελάρυσε τον ύπνο
Με γάργαρα μαλλιά στους φεγγερούς λαιμούς
Ή στις μεγάλες άσπρες παραλίες
Και πώς με το χρυσό σπαθί του Ωρίωνα
Σκόρπισε και ξεχύθηκε ψηλά
Η σκόνη από τα όνειρα των κοριτσιών
Που ευώδιασαν βασιλικό και δυόσμο!

Στα τρίστρατα όπου στάθηκεν η αρχαία μάγισσα
Καίοντας με ξερό θυμάρι τους άνεμους
Οι λυγερές σκιές αλαφροπερπατήσανε
Μ’ ένα σταμνί γεμάτο αμίλητο νερό στο χέρι
Εύκολα σαν να μπαίναν στον Παράδεισο
Κι από την προσευχή των γρύλων που άφρισε τους κάμπους
Οι όμορφες ξεπροβάλανε με δέρμα φεγγαριού
Για να χορέψουνε στο μεσονύχτιο αλώνι…

Ω σημάδια που περνάτε μες στο βάθος
Του νερού που κρατάει έναν καθρέφτη
Εφτά κρινάκια που λαμποκοπάτε

Όταν ξαναγυρίσει το σπαθί του Ωρίωνα
Θα ‘βρει φτωχό ψωμί κάτω από το λυχνάρι
Αλλά ψυχή στη χόβολη των άστρων
Θα ‘βρει μεγάλα χέρια διακλαδωμένα στο άπειρο
Έρημα φύκια στερνοπαίδια του γιαλού
Χρόνια πετράδια πράσινα

Ω πράσινο πετράδι – ποιος θυελλομάντης είδε
Να σταματάς το φως στη γέννηση της μέρας
Το φως στη γέννηση των δυο ματιών του κόσμου!

Οδυσσέας Ελύτης: Μελαγχολία του  Αιγαίου

You may also like:The Mad Pomegranate Tree: an introduction to Elytis and his poetry, including the eponymous poem 
⇒ Introduction to Greek pottery by the Beazley Archive, University of Oxford

Comment is free...

Fill in your details below or click an icon to log in: Logo

You are commenting using your account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s